Οι περισσότερες περιπτώσεις του στοματικού καρκίνου μπορούν να αποδοθούν σε ορισμένους παράγοντες κινδύνου του τρόπου ζωής και είναι έτσι αποτρέψιμες. Οι σημαντικότεροι είναι η υπερβολική χρήση του καπνού και της κατανάλωσης οινοπνεύματος.
Για ορισμένους πληθυσμούς η χρήση του καρυδιού areca τυλιγμένο σε φύλλα betel είναι επίσης παράγοντας κινδύνου.Σε έναν μικρότερο αριθμό περιπτώσεων, ιδιαίτερα μεταξύ ασθενών νέας ηλικίας, οι γνωστοί παράγοντες κινδύνου είναι απόντες, δημιουργώντας μια πρόκληση για την έρευνα στην αιτιολογία τους (Llewleyn 2001). Η μόλυνση από τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV) προτείνεται σαν πιθανός αιτιογενής παράγοντας εμφάνισης του στοματικού καρκίνου.
Η διατροφή διαδραματίζει έναν σημαντικό ρόλο. Η κανονική κατανάλωση νωπών φρούτων και λαχανικών παρέχει προστασία κατά των προκαρκινικών και καρκινικών βλαβών (Scully 1995).
Καπνός
Χρήση του καπνού – που καπνίζεται ή που καταναλώνεται
σε άκαπνες μορφές - είναι ίσως ο σημαντικότερος παράγοντας κινδύνου για το στοματικό καρκίνο. Πάνω από το 75% των ενδοστοματικών και φαρυγγικών καρκίνων αποδίδονται άμεσα στη χρήση καπνίσματος (και οινοπνεύματος). Το κάπνισμα των σιγαρέτων είναι ο πιο συχνά εμφανιζόμενος παράγων κινδύνου αλλά οι ιδιοκατασκευές στριφτών τσιγάρων χωρίς φίλτρο καθώς και οι μορφές μη καπνιζόμενων (smokeless) προϊόντων καπνού εμφανίζουν ακόμα μεγαλύτερη καρκινογόνο δράση. (Warnakulasuriya 2004).Ο κίνδυνος εμφάνισης του στοματικού καρκίνου αυξάνεται ανάλογα με την ημερησία κατανάλωση καπνού, και τον αριθμό των ετών κατανάλωσης. Όλα τα προϊόντα του καπνού είναι καρκινογόνα, και δεν υπάρχει κανένα στοιχείο να αποδεικνύει ότι η αντικατάσταση του καπνίσματος με ένα άλλο προϊόν καπνού είναι αβλαβής.
Οινόπνευμα
Η υπερβολική κατανάλωση οινοπνεύματος είναι ο
δεύτερος πλέον σημαντικός παράγοντας κινδύνου. Ενεργεί συνεργικά με τον καπνό ώστε η συνδυασμένη βλάβη είναι περισσότερο από πολλαπλασιαστική. Αν και η αιθανόλη αυτή καθ' εαυτή δεν έχει αποδειχθεί ότι είναι καρκινογόνος, η ακεταλδεΰδη, ένας μεταβολίτης της αλκοόλης, είναι καρκινογόνος για τον άνθρωπο.Καρύδι Areca
Το καρύδι Areca όταν καταναλώνεται μαζί καπνό
ονομάζεται betel quid και έχει καταδειχθεί από πολλά χρόνια σαν αιτιοπαθογενετικός παράγοντας καρκίνου του στόματος στην Νότια και Νοτιοανατολική Ασία καθώς και σε Ασιάτες μετανάστες που ζουν στην Ευρώπη.Το καρύδι Areca μπορεί να είναι καρκινογόνο και εμφανίζεται να είναι υπεύθυνο για την υψηλή εμφάνιση του στοματικού καρκίνου σε μερικές χώρες π.χ. Μελανησία και Ταϊβάν, όπου καταναλώνεται συχνά χωρίς καπνό. Ο Διεθνής Οργανισμός για την Έρευνα για τον Καρκίνο (IARC) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας έχει ταξινομήσει πρόσφατα το καρύδι areca ως καρκινογόνο ουσία στην κατηγορία Ι.
Το καρύδι Areca είναι η κυριότερη αιτία της δημιουργίας υποβλεννογόνιας ίνωσης, μίας κατάστασης η οποία έχει υψηλό ποσοστό κακοήθους εξαλλαγής (μέχρι 7 % μετά από 10 έως 15 έτη).
Διατροφή
Η διατροφή είναι πιθανώς ο επόμενος ισχυρότερος
παράγοντας στον έλεγχο του καρκίνου: μια υγιεινή διατροφή προστατεύει.Οι αντιοξειδωτικές βιταμίνες A, C και E σαρώνουν ενδεχόμενες μεταλλαγμένες ελεύθερες ρίζες στα κύτταρα που έχουν υποστεί μετάλλαξη. Βρίσκονται στη φύση στα κόκκινα, κίτρινα και πράσινα φρούτα και λαχανικά, και πρέπει να ενθαρρύνουμε τους ανθρώπους να καταναλώνουν περίπου πέντε μερίδες τέτοιων τροφίμων ημερησίως.
Άλλοι παράγοντες
Η παρουσία βλαβών που μπορούν να καταστούν κακοήθεις όπως ορισμένες λευκές πλάκες, ορισμένες ερυθρές πλάκες, και η υποβλεννογόνιος ίνωση δείχνουν με σιγουριά ότι ένας ασθενής διατρέχει αυξημένο κίνδυνο για την εμφάνιση στοματικού καρκίνου.
Υπολογίζεται ότι κάποιος με λευκές ή ερυθρές πλάκες μπορεί να έχει μέχρι 100 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο, από κάποιον άλλο με υγιή βλεννογόνο. Αυτό δικαιολογεί συνήθως την αφαίρεση των βλαβών αυτών ή την εφαρμογή άλλων θεραπευτικών σχημάτων, αλλά το μέγιστο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται από την εξάλειψη των παραπάνω παραγόντων κινδύνου.
Οι μολύνσεις του στοματικού βλεννογόνου μπορούν επίσης να είναι σημαντικές. Γνωρίζουμε ότι οι λευκές πλάκες του βλεννογόνου του στόματος αποτελούν τόπους ύπαρξης σπόρων ή μυκήτων του τύπου candida albicans και εγκυμονούν έναν αυξημένο κίνδυνο στη δημιουργία κακοήθους εξαλλαγής του στοματικού βλεννογόνου. ‘Όταν οι βλάβες αυτές υφίστανται στον στοματικό βλεννογόνο η χρήση αντιμυκητισιακής αγωγής είναι επιβεβλημένη.
Μεγάλο ενδιαφέρον έχει η πιθανότητα να διαδραματίζει κάποιο ρόλο ο ιός HPV. Οι τύποι 16 και 18 του HPV που έχουν υψηλή ογκογόνο δραστηριότητα και είναι γνωστό ότι διαδράμουν έναν πολύ σημαντικό ρόλο σαν αιτιολογικοί παράγοντες του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Τα στελέχη αυτά του HPV ιου ανευρίσκονται σε όλο και μεγαλύτερους αριθμούς στις ενδοστοματικές βλάβες (ιδιαίτερα στις αμυγδαλές και το στοματοφάρυγγα). Ο συστηματικός έλεγχος για την παρουσία τους μπορεί να γίνει ένα χρήσιμο εργαλείο για την έγκαιρη ανίχνευση των αλλοιώσεων και των ασθενών που βρίσκονται σε κίνδυνο για την κακοήθη εξαλλαγή των βλαβών.
Τα εμβόλια για τον ιό HPV έχουν ήδη αναπτυχθεί και χρησιμοποιηθεί σε παγκόσμιο επίπεδο και μπορούν να αποτελέσουν μια νέα θεραπεία για να εξαλείψουν τις στοματικές βλάβες που σχετίζονται με τον ιό HPV.
Δεν υπάρχουν ισχυρές αποδείξεις που υποστηρίζουν ότι ο στοματικός καρκίνος είναι οικογενής, παρόλο που μερικά κληρονομικά σύνδρομα στοματικού καρκίνου είναι γνωστά.
Άνθρωποι με κακή οδοντική υγεία όπως αιχμηρά, σπασμένα δόντια, οδοντική φλεγμονή ή τραυματισμοί από κακή εφαρμογή οδοντοστοιχιών διατρέχουν ελαφρά αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης στοματικού καρκίνου. Φλεγμονές της στοματικής κοιλότητας (συμβιούντα βακτήρια) στις στοματικές κοιλότητες των αλκοολικών μπορούν να συμβάλουν στο μεταβολισμό του οινοπνεύματος σε ακεταλδεϋδη, μια γνωστή καρκινογόνο ουσία.
Θεραπευτικά σχήματα με ανοσοκατασταλτικά, παραδείγματος χάριν μετά μεταμόσχευση νεφρών ή άλλων οργάνων, αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του δέρματος ή του χείλους. Δεν φαίνεται να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης ενδοστοματικού καρκίνου σε ασθενείς με HIV, και δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ότι η χαρακτηριστική τριχωτή λευκοπλακία σε ασθενείς με HIV/AIDS έχει δυνατότητα κακοήθους εξαλλαγής. Εντούτοις άλλα νεοπλάσματα όπως τα non-Hodgkin λεμφώματα, το σάρκωμα Kaposi αυξάνονται στις περιπτώσεις ασθενών θετικών στο HIV/AIDS.
Source:
http://www.leonardo.dental-channel.co.uk/el/2011-06-19-21-55-24/2011-09-11-21-15-12.html
http://www.leonardo.dental-channel.co.uk/el/2011-06-19-21-55-24/2011-09-11-21-15-12.html


